Γράφει η Χριστίνα Πάρη
Ορισμένες ταινίες σε βάζουν κατευθείαν «μέσα» σε έναν χαρακτήρα: σου δίνουν κίνητρα, ψυχολογία, εξηγήσεις. Άλλες λειτουργούν πιο έμμεσα: σε βοηθούν να δεις τον άνθρωπο μέσα από ό,τι τον περιβάλλει και τον ξεπερνά: ένας θεσμός, ένας τόπος, μια ιστορική στιγμή, ένα πλήθος, μια ρουτίνα, μια αβεβαιότητα. Δεν είναι πιο «βαθύ» σινεμά από μόνο του· είναι απλώς ένα διαφορετικό εργαλείο. Αυτή η ιδέα βρίσκεται στον πυρήνα του προγράμματος του STYX Film Encounters «Losing My Religion» (01/02-08/03): όχι ως σειρά «θρησκευτικών ταινιών», αλλά ως σειρά που κοιτά τον άνθρωπο πλάγια, από το «έξω» προς το «μέσα».
Κάπου εδώ εμφανίζεται ο όρος «υπερβατικός κινηματογράφος». Και εδώ χρειάζεται μια καθαρή διευκρίνιση από την αρχή: συμβατικά, όταν λέμε «υπερβατικός» δεν εννοούμε απαραίτητα ταινίες με θρησκευτική πλοκή. Εννοούμε κυρίως ένα ύφος, έναν τρόπο με τον οποίο η ταινία οργανώνει τον χρόνο, τη σιωπή, τη διάρκεια και την πληροφορία, έτσι ώστε να γίνεται αισθητό πως η ανθρώπινη εμπειρία δεν εξαντλείται στις εύκολες εξηγήσεις.
Πολ Σρέιντερ: Τι εννοεί με τον όρο «υπερβατικό ύφος»
Ο Πολ Σρέιντερ (Paul Schrader) προσπάθησε να περιγράψει αυτό το ύφος στο βιβλίο του Transcendental Style in Film (1972), εστιάζοντας σε τρεις σκηνοθέτες: τον Γιασουτζίρο Όζου, τον Ρομπέρ Μπρεσόν και τον Καρλ Τέοντορ Ντράγιερ. Αυτό που τον ενδιαφέρει δεν είναι η «θρησκεία» ως θέμα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το σινεμά μπορεί να υπονοήσει μια διάσταση πέρα από την άμεση, καθημερινή πραγματικότητα (το «υπερβατικό») χωρίς να την δείξει ως θέαμα.
Στη δική του περιγραφή, το υπερβατικό ύφος χτίζεται με αφαίρεση και πειθαρχία. Αποφεύγει τη συνεχή συναισθηματική καθοδήγηση (μουσικές κορυφώσεις, και εξηγήσεις). Αντί να «φορτώνει» νόημα, παρακρατεί. Και μέσα από αυτή την παρακράτηση, ο θεατής δεν μένει απλώς παθητικός. Αναγκάζεται να δει, να ακούσει, να αντέξει τη διάρκεια, να προσέξει λεπτομέρειες που σε πιο συμβατικό σινεμά θα περνούσαν ως φόντο.

Ο Σρέιντερ περιγράφει μια κίνηση τριών σταδίων:
Πρώτα, το καθημερινό (επαναλήψεις, ρουτίνες, απλές πράξεις, ένας κόσμος που δεν παρουσιάζεται ως «δραματικός» από μόνος του). Αυτό δεν είναι ρεαλισμός για ρεαλισμό. Είναι προετοιμασία: ο θεατής μπαίνει σε ρυθμό και σε παρατήρηση.
Έπειτα, η ρήξη/δυσαρμονία (ο Σρέιντερ χρησιμοποιεί την ιδέα μιας «διαφοράς» ή «ασυμφωνίας»): κάτι δεν ταιριάζει, μια ένταση ανάμεσα στον άνθρωπο και στον κόσμο του - θεσμός, ηθικό δίλημμα, χρόνος, απώλεια, αβεβαιότητα. Η ταινία δεν το μετατρέπει απαραίτητα σε «σασπένς». Το αφήνει να δουλέψει σαν τριβή.
Τέλος, αυτό που ο Σρέιντερ ονομάζει στάση (stasis): ένα σημείο όπου η ταινία δεν «επιλύει» με συμβατική έννοια, αλλά φτάνει σε μια μορφή ηρεμίας/ακινησίας/αναστολής. Δεν είναι το «τέλος του προβλήματος». Είναι μια αλλαγή κατάστασης. Κάτι σαν το να σταματά η ταινία να σου ζητά ερμηνεία και να σου ζητά παρουσία.
Αυτό είναι το πιο χρήσιμο πράγμα που κρατά κανείς από τον Σρέιντερ: ότι εδώ μιλάμε για ένα σινεμά που δεν «λέει» το υπερβατικό· το υπονοεί μέσω μορφής. Και γι’ αυτό μπορεί να λειτουργεί είτε σε θρησκευτικό πλαίσιο είτε σε καθαρά κοσμικό.

Τι θέτει προς τον θεατή
Στην καλύτερή του εκδοχή, ο υπερβατικός κινηματογράφος προσφέρει κάτι πολύ συγκεκριμένο: έναν τρόπο να αντιληφθείς ότι η ζωή δεν κινείται μόνο από το «τι σκέφτομαι/τι νιώθω», αλλά και από δυνάμεις που μας περιβάλλουν και μας διαμορφώνουν χωρίς να τις έχουμε πάντα συνειδητοποιήσει. Χρόνος, συνήθεια, κοινωνικές προσδοκίες, γλώσσα της εξουσίας, ιστορία που συνεχίζει να δουλεύει μέσα στο παρόν, τόποι που «επιβάλλουν» ρυθμούς, θεσμοί που σου επιβάλλονται.
Εδώ ταιριάζει και η ιδέα που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα στο πρόγραμμα: αυτή η αίσθηση ότι υπάρχει «κάτι περαιτέρω» δεν χρειάζεται να διαβαστεί μεταφυσικά. Μπορεί να σημαίνει ότι οι ταινίες κάνουν αισθητό ένα πέπλο αόρατων επιρροών (συχνά ασυνείδητων) που μας περιβάλλουν. Όχι ως θεωρία, αλλά ως εμπειρία: το νιώθεις στη διάρκεια, στη σιωπή, στην επανάληψη, στην πίεση ενός θεσμού, στην αβεβαιότητα που δεν κλείνει. Απειλεί την ψευδαίσθηση ότι είμαστε πάντα «αυτοτελείς» και πλήρως επεξηγήσιμοι.
Αυτό είναι το σημείο όπου, μετά τον Σρέιντερ, μπορούμε να προσθέσουμε και τη δική μας ανάγνωση: ο υπερβατικός κινηματογράφος δεν είναι κατά ανάγκη πνευματικός. Είναι κι ένας τρόπος να δείξεις ότι ο άνθρωπος είναι πάντα σε σχέση με τον χρόνο, την ιστορία, και τους θεσμούς, και ότι αυτές οι σχέσεις μας διαμορφώνουν ακόμη κι όταν δεν τις παρατηρούμε.

Πώς αποτυπώνεται στις ταινίες «Losing My Religion»
Αν ο Σρέιντερ μιλά για ένα ύφος που χτίζει «υπερβατική» αίσθηση με αφαίρεση, διάρκεια και αναστολή λύσης, τότε το πρόγραμμα λειτουργεί σαν ένα μικρό πεδίο δοκιμής: πέντε ταινίες που, με διαφορετικούς τρόπους, κάνουν αισθητό ότι η εμπειρία μας δεν ορίζεται μόνο από το «μέσα» μας, αλλά και από δυνάμεις γύρω μας: θεσμούς, τόπους, ιστορία, ρουτίνες, συλλογικό λόγο.
Έτσι, ο Ντράγιερ δείχνει έναν άνθρωπο υπό τη μέγιστη πίεση του θεσμού: η ανάκριση και το πρωτόκολλο δεν είναι πλαίσιο και το πρόσωπο γίνεται το σημείο όπου φαίνεται τι δεν χωράει στη διαδικασία. Ο Μπρεσόν, αντίθετα, κάνει το υπαρξιακό να προκύψει από τη διαδικασία: η ελευθερία δεν δηλώνεται, κατασκευάζεται μέσα από ρουτίνα, ακρίβεια, επιλογή σε ασφυκτικό χρόνο. Ο Γουίαρ αφαιρεί τη λύση του μυστηρίου για να φανεί αυτό που συνήθως μένει αόρατο: πώς οι άνθρωποι και οι θεσμοί αναδιοργανώνονται γύρω από την αβεβαιότητα, πόσο η ανάγκη για εξήγηση παράγει τάξη, κατηγορίες και έλεγχο. Ο Χέρτσογκ, με τη σειρά του, αφήνει τη φύση να λειτουργήσει ως αδιαπραγμάτευτη πραγματικότητα που δεν επιβεβαιώνει τις ανθρώπινες αφηγήσεις, και έτσι αποκαλύπτει την εξουσία ως εμμονή που συνεχίζει ακόμη κι όταν το νόημα έχει ήδη διαλυθεί. Και ο Παζολίνι τοποθετεί το ιερό όχι ως εσωτερικό συναίσθημα αλλά ως δημόσιο γεγονός: λόγος, πλήθος, σύγκρουση ένα κοινωνικό εργαλείο.

Από τον Σρέιντερ στις δικές μας ερωτήσεις
Αλλά για εμάς, το ενδιαφέρον δεν είναι να κλείσουμε το θέμα σε ορισμούς. Είναι να δούμε τι μπορεί να κάνει αυτό το ύφος σήμερα. Και εδώ έρχεται η δική μας πρόταση: ότι το «υπερβατικό», χωρίς να το φορτώσουμε με μεταφυσική, μπορεί να λειτουργήσει ως τρόπος να αισθανθούμε το πέπλο των αόρατων επιρροών που μας περιβάλλουν. Η ιστορία που συνεχίζει να διαμορφώνει το παρόν. Οι κοινωνικοί θεσμοί που οργανώνουν την εμπειρία μας. Οι κοινωνικές προσδοκίες που γίνονται δεύτερη φύση. Οι τόποι που επιβάλλουν ρυθμούς και τρόπους ύπαρξης. Αυτά είναι «δυνάμεις» όχι γιατί είναι μυστηριώδεις, αλλά γιατί είναι συχνά αόρατες όταν βιαζόμαστε να εξηγήσουμε τα πάντα ψυχολογικά.
Γι’ αυτό το «Losing My Religion» δεν είναι πρόγραμμα για να «πεις τι πιστεύεις». Είναι πρόγραμμα για να δεις πώς ο άνθρωπος γίνεται ορατός όταν η ταινία δεν σου δίνει αμέσως την ερμηνεία. Όταν ο χρόνος αφήνεται να βαραίνει. Όταν μια διαδικασία σε υποχρεώνει να κοιτάξεις λεπτομέρειες. Όταν ένα μυστήριο δεν κλείνει, κι εσύ παρατηρείς τι κάνει η αβεβαιότητα στους ανθρώπους. Όταν ένας θεσμός πιέζει ένα πρόσωπο. Όταν η φύση μένει αδιάφορη. Όταν ένα κείμενο γίνεται κοινωνικό γεγονός.
Αν κάτι προσφέρει ο υπερβατικός κινηματογράφος (συμβατικά, κατά Σρέιντερ, και στη δική μας ανάγνωση) είναι πως η εμπειρία θέασης που κάνει τον άνθρωπο λιγότερο «αυτοτελή» και περισσότερο σχεσιακό. Και, μέσα από αυτή την πλάγια ματιά, κάτι γίνεται πρακτικά καθαρό: το ποιοι είμαστε δεν προκύπτει μόνο από μέσα μας, αλλά και από όλα όσα μας περιβάλλουν, συχνά χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.
Αυτός είναι κι ένας απλός λόγος να επιστρέφουμε σε αυτές τις ταινίες: όχι για να πάρουμε «απαντήσεις», αλλά για να βρούμε έναν τρόπο να βλέπουμε όπου το νόημα δεν κλείνει βιαστικά και όπου οι αόρατες επιρροές, από την ιστορία μέχρι τους θεσμούς και τον χρόνο, γίνονται έστω για λίγο αισθητές.
